Όλα έγιναν το βράδυ που η γυαλιστερή τζαμαρία της ραστώνης έγινε θρύψαλα.
Εκείνο το βράδυ αρκούσε ένας θάνατος για να γεμίσει τους δρόμους με χιλιάδες ζωές. Ήταν το βράδυ που ένα νεκρό παιδί, γυμνό, τραβούσε τους μεγάλους από το μανίκι της πιτζάμας τους. Το ίδιο βράδυ που η ψύχρα έκανε να τρεμουλιάσουν από ταραχή τα μακάρια προγούλια.
Το άλλο πρωί τα συνεργεία της τάξης μάζεψαν τις πέτρες, τα λουλούδια και τις ελπίδες που είχαν εκσφενδονίσει οι ταραξίες. Διαλύθηκε κι η μυρωδιά από τα καμμένα αστικά απόβλητα και το πύρινο δέντρο. Η πόλη πρόλαβε να σιδερώσει το κουστούμι της. Μετά ήρθαν κρίσεις, σκάνδαλα, ανατροπές και επιδημίες και όλα ξεχάστηκαν.
Μόνο που μερικά ανυποψίαστα βράδια, όπως και τότε, οι μικρές ελπίδες λαμπυρίζουν στην χωματερή της μνήμης. Οι νομοταγείς πολίτες αποφεύγουν να τις κοιτάξουν. Δε θέλουν τα πολύχρωμα όνειρα να διαπεράσουν τα σκουριασμένα τους βλέφαρα, με τον κίνδυνο να γίνουν εφιάλτες.
Κάποιοι λένε πως κάτι τέτοια βράδια βλέπουν παιδιά να μαζεύουν πέτρες στις τσέπες τους και πως από την άσφαλτο ξεπετάγονται πλήθος μπουμπούκια. Όλα όμως παραμένουν ήσυχα και γαλήνια. Όλα, εκτός από κείνες τις ασίγαστες φλόγες βαθιά μέσα στα μάτια των παιδιών.
Εκεί που δε φτάνουν οι σφαίρες, όσο κι αν εξοστρακιστούν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου